~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
* από το 1988 * Είκοσι και εννέα (29) xρόνια στο χώρο των εκδόσεων * στηρίζουμε τους δημιουργούς... και είμαστε δίπλα στους ανα-Γνώστες με αγάπη και σεβασμό στο βιβλίο.............. τηλ. επικοινωνίας: 210-8656.731 & email: yfosmagazine@gmail.com
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~


"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΪΒΑΛΗ {από το 1988]

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΪΒΑΛΗ {από το 1988]
για επικοινωνία στα τηλ.: 22940 99125 & 210 8656.731 [καθημερινά 9.00 π.μ. με 9.00 μ.μ.] email:panosaivalis@gmail.com

Κάνουμε τις αγορές μας από τα καταστήματα της γειτονιάς μας

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Η νύχτα των Χριστουγέννων

του Κωστή Παλαμά
     (1859 – 1943)


Χριστούγεννα! Περίχαρα η καμπάνα κράζει κι μάνα στο παιδί. Και το παιδί»Χριστούγεννα!» στη μάνα, κι ο κόσμος όλος τραγουδεί. Αλλ’ ένα βογκητό βγαίνει απ’ τη θύρα φτωχού σπιτιού… μεσ’ στην καρδιά με τρώει…ο βόγκος έρχεται απ’ τη χήρα, τη χήρα με τα οχτώ παιδιά. Έτσι γυμνή, παντέρημη, κι εκείνα περνούν και τρέμουν τα φτωχά. Δε νοιώθει η μάνα τη δική της πείνα, η πείνα τους την ξεψυχά. 
Ο πόνος την καρδιά μου σκάφτει, η λύπη με δάκρυα την πλημμυρεί, και πια δε φτάνουν ως τ’αυτιά μου οι χτύποι των Χριστουγέννων γιορτεροί Αρρώστια,γύμνια,ορφάνια,πείνα, φτώχεια…, ω σεις που σφίγγει η συμφορά, σε σιδερένια αρπάγια και σε βρόχια μου παίρνετε κάθε χαρά Θέλω να φύγω πέρα σ’ άλλους τόπους, στη νύχτα τη μοναδική, μακριά από τη βοή και τους ανθρώπους, γιατ’ είν’οι άνθρωποι κακοί. 
Γιατί στην ώρα την ευλογημένη όπου γεννάται ένας Θεός ποιος ξέρει!...καταριέται και πεθαίνει γύρω μου ολόκληρος λαός! Γιατί ο Χριστός να καίγονται γυρεύει γι αυτόν καρδιές!όχι κεριά και με σταυρούς κανείς δεν τον λατρεύει και γονατίσματα βαριά. 
Γιατί λατρεύει το Χριστό,όποιος δίνει για τον πλησίον τη ζωή, όποιος το γυμνωμένο κρυφοντύνει και τον φτωχό τον ελεεί.

______________
(Ημερολόγιο 2016 της  Χριστ. Στέγης Καλαμάτας) 


~~~~~~~~~~


Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας Αθηναϊκής Σχολής», η οποία συσπείρωνε νέους ποιητές που αντιδρούσαν στις υπερβολές του αθηναϊκού ρομαντισμού και ενδιαφέρονταν για την καθιέρωση της δημοτικής στον ποιητικό λόγο. Στο ποιητικό του έργο, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης και το πνεύμα της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού.
Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου του 1859 και καταγόταν από παλαιά μεσολογγίτικη οικογένεια, που είχε να επιδείξει εθνικούς αγωνιστές και πνευματικούς δημιουργούς. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και μητέρα και πήγε να ζήσει στο Μεσολόγγι με τον θείο του Δημήτριο Παλαμά. Στο Μεσολόγγι, που τόσο αγάπησε και τραγούδησε νοσταλγικά, έζησε έως το 1875, οπότε έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Δεν άργησε να καταλάβει, πως η πραγματική του κλίση ήταν η ποίηση και εγκαταλείποντας τις σπουδές του αφοσιώθηκε ολόψυχα στην τέχνη του λόγου και ιδιαίτερα του ποιητικού. Άλλωστε, από τα εννιά του χρόνια έγραφε στίχους και διάβαζε Έλληνες και ξένους ποιητές.
Το 1879 άρχισε να δημοσιογραφεί στις εφημερίδες και τα περιοδικά του καιρού του και το 1886 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τραγούδια της Πατρίδος μου. Στο βιβλίο αυτό, όπως και στα άλλα δύο που ακολούθησαν, Ο Ύμνος στην Αθηνά (1889) και Τα μάτια της ψυχής (1992), ο Παλαμάς φανερώνει τις πρώτες νεανικές του προσπάθειες, προικισμένος με πλούσια ευγένεια και ευαισθησία. Μαζί με τον Δροσίνη, τον Πολέμη και άλλους ποιητές της Νέας Σχολής, χρησιμοποιεί τη δημοτική γλώσσα, σε αντίθεση με τους ρομαντικούς καθαρευουσιάνους ποιητές, Σούτσο, Βασιλειάδη, Παράσχο και άλλους.
Στις 27 Δεκεμβρίου του 1887 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, γόνο πολιτικής οικογένειας του Μεσολογγίου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τον Λέανδρο (1891-1958), τη Ναυσικά και τον Άλκη. Στις 15 Οκτωβρίου 1897, ο Παλαμάς διορίστηκε γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε ένδειξη τιμής για το ποιητικό του έργο. Γι’ αυτό και οι εφημερίδες του καιρού (ΕστίαΆστυΑκρόπολις), επαίνεσαν ζωηρότατα την απόφαση του τότε Υπουργού Παιδείας, Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, βρίσκοντας την ευκαιρία να εγκωμιάσουν τον ποιητή. Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, Αλκιβιάδης Κρασσάς, του είπε: «Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε... να γράφετε ποιήματα». Ευτυχώς, η ελπίδα του διαπρεπούς αστικολόγου της εποχής εκείνης διαψεύστηκε και η ελληνική τέχνη κέρδισε μια κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία.
Τον ίδιο χρόνο με τον διορισμό του εκδίδει τη συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι, που αποτελεί σταθμό στο έργο του. Στο μικρό αυτό βιβλίο, ο ποιητής δείχνει πιο ώριμος, έχει προσωπικό τόνο, δίνει λιτά και επιγραμματικά τις συγκινήσεις που του χαρίζει ο κόσμος της ιστορίας και της ζωής, όπως επισημαίνει η ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη. Ο θάνατος του μικρού παιδιού του, του Άλκη, συντρίβει την πατρική του καρδιά, που ζητά τη λύτρωση στην ποίηση. Γράφει τότε τον Τάφο (1898), «τα λυρικά αυτά δάκρυα, που αποκρυσταλλώθηκαν σε σταλακτίτες», όπως γράφει ο κριτικός Ανδρέας Καραντώνης.
Το 1904 ο Παλαμάς κυκλοφορεί την ποιητική συλλογή Ασάλευτη Ζωή, έργο ωριμότητας του ποιητή, όπου η αγνή συγκίνηση δένεται σφιχτά με το στοχασμό και τη γλαφυρότητα του στίχου. Ακολουθούν ποιητικές συλλογές, όπως Οι καημοί της λιμνοθάλασσαςΠολιτεία και ΜοναξιάΟι Βωμοί και οι δύο μεγάλες επικές συνθέσεις του Ο δωδεκάλογος του γύφτου (1907) και Η φλογέρα του Βασιλιά (1910), που τον ανεβάζουν στην κορυφή του ποιητικού Παρνασσού. Τελευταία του ποιητική συλλογή Οι νύχτες του Φήμιου (1935).
Εκτός από ποίηση, ο Παλαμάς έγραψε ένα θεατρικό έργο, τηνΤρισεύγενη (1903), που ξεχωρίζει για τη γνήσια ποιητική συγκίνηση, μια σειρά διηγημάτων με καλύτερο τον Θάνατο του Παληκαριού και πλήθος κριτικών δοκιμίων. Το 1926 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1930 πρόεδρός της. Το 1934 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, καθώς η φήμη του είχε προ πολλού διαβεί τα σύνορα του ελληνικού κράτους. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε το Γλωσσικό Ζήτημα. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και κορυφαία μορφή του δημοτικιστικού κινήματος με το κύρος του, αλλά και με τις κυρώσεις που υπέστη για τον γλωσσικό του αγώνα (προσωρινή απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο). Αξιοσημείωτη ήταν η στάση του στα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά.
Ο Κωστής Παλαμάς πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 και η κηδεία του την επομένη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών εξελίχθηκε σε αντικατοχικό συλλαλητήριο.
Η συνεισφορά του Κωστή Παλαμά στα ελληνικά γράμματα υπήρξε τεράστια. Ανανέωσε σημαντικά την ποιητική μορφή, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες της λογοτεχνικής μας παράδοσης, από τον Όμηρο και τον Ρωμανό τον Μελωδό, ως τον Κάλβο, τον οποίο καθιέρωσε, και το δημοτικό μας τραγούδι. Παράλληλα, έκανε ένα τεράστιο λογοτεχνικό άνοιγμα προς τις λογοτεχνίες της Ευρώπης, μπολιάζοντας την ποίησή του με τα σύγχρονα ρεύματα του Παρνασσισμού, του Συμβολισμού και του Ρεαλισμού. Με αγνό πανανθρώπινο ιδεαλισμό και πηγαία λυρική πνοή, ο Παλαμάς δημιούργησε μια ολόκληρη εποχή κι έγινε δάσκαλος στις νεώτερες γενιές. Δίκαια, λοιπόν, θεωρείται, ύστερα από τον Διονύσιο Σολωμό, ο δεύτερος εθνικός μας ποιητής.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ





Ομιλία του καθηγητού John P. Anton 
στο Διεθνές Συμπόσιο «Επιστήμη, Τεχνολογία και Ανθρώπινες Αξίες» υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Αθηνών, 2-4 Μαΐου, 2007. Μετάφραση από το αγγλικό κείμενο.




Θα ήθελα να προλογίσω την ομιλία μου με μία παρατήρηση για το νόημα που έχουν οι αρετές ως ανθρώπινες αξίες και ως άριστα επιτεύγματα. Η αρετή, κατά την Ελληνική φιλοσοφική παράδοση, θεωρείτο ως γενική αξία και ως πλήρωση της ανθρώπινης εντελέχειας, δηλαδή ως πλήρωση εκείνων των δυνατοτήτων που συμπεριλαμβάνουν την νόηση και συναποτελούν φυσική ιδιότητα όλων των ανθρώπων. Ο πολιτισμός, υπό την έννοια της κοινωνικής και πολιτικής αποστολής, έχει ως κύριο μέλημά του την εξασφάλιση των απαιτούμενων όρων για την ανάπτυξη των ανθρώπινων όντων. Ως σύστημα εκπαίδευσης, ο πολιτισμός ή παιδεία δοκιμάζεται από τον ρόλο που προσδίδει στην επιστήμη, την τέχνη και τους άλλους θεσμούς εν γένει, μηδέ εξαιρουμένου και του τρόπου του κυβερνάν. Η επιτυχία της παιδείας μετριέται με τον βαθμό της συνάρθρωσης των ανθρώπινων αρετών και την προαγωγή τους ως μία σταθερή ενότητα που εξασφαλίζει την αρμονία της ανθρώπινης προσωπικότητας. Οι Έλληνες είχαν επίγνωση της ιδέας της αρετής ως αξία που διατηρεί την πολιτική ευημερία. Είχαν επίγνωση των δυσκολιών που συχνά παρεμπόδιζαν του πολίτες στην προσπάθειά τους να καταξιωθούν του ανώτατου επιπέδου ανάπτυξης που είναι η καλοκαγαθία. Όμως η πρόοδος, κατά την πορεία της πλήρωσης των ανθρώπινων όντων, απαιτεί τη συνεχή συνεργασία και της επιστήμης και της τέχνης και της πράξης. Κάθε μία, με τον δικό της τρόπο ενεργείας και συνεργασίας, είναι ακριβώς αυτό που προσφέρει σε κάθε πολιτικό σύστημα την όποια αξία διεκδικεί. Κατά συνέπεια, πολιτική ηγεσία, καθώς τόνισαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, είναι η υψίστη, η «αρχιτεκτονική» τέχνη, εκεί που ο Λόγος και της τέχνης και της επιστήμης συναπάντιουνται ως φιλοσοφία.
Σε συνέχεια θα σχολιάσω τον ρόλο της τεχνολογίας για τη διαμόρφωση των αξιών στη σύγχρονη εποχή. Δεν υπάρχει αμφιβολία για τα καταπληκτικά επιτεύγματα της τεχνολογίας και της επίδρασής των στις ανθρώπινες σχέσεις. Παρ' όλα αυτά ή τεράστια εξάπλωσή της δεν θα μπορούσε να συμβεί στην εποχή μας χωρίς τις νέες ανακαλύψεις της επιστήμης και τις εφαρμογές τους για την εξυπηρέτηση των συνεχώς προβαλλομένων αναγκών. Με δεδομένη αυτή την πρακτική λειτουργία της τεχνολογίας ως επιχείρησης, ο πολιτιστικός ρόλος της παραμένει περιορισμένος στο να παρέχει λύσεις σε βασικές ανάγκες. Αν και συμβάλλει στη διάδοση της ευμάρειας τη καθημερινότητας, παραμένει εξίσου συνδεδεμένη στη συναφή υπηρεσία της θήρας του κέρδους, από τη βιομηχανία και το κατεστημένο των επιχειρήσεων. Αναμφίβολα, υπάρχει αμοιβαία συνεργασία μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένων και των επιχειρήσεων, καθώς διευκολύνουν την επικοινωνία, ανοίγουν νέες ευκαιρίες εργασίας, διευρύνουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα με τα οποία, οφείλουμε να προσθέσουμε, αναπτύσσονται νέοι τρόποι διεθνούς συνεργασίας και συναγωνισμού.
Το βασικό ερώτημα τώρα τίθεται ως εξής: Είναι σε θέση η τεχνολογία να δημιουργήσει οικουμενικές αξίες;
Διερευνώντας το ερώτημα και τα σχετιζόμενα προβλήματα, διαπιστώνουμε αμέσως μια βασική δυσκολία. Η δυσκολία αυτή ανακύπτει ευθύς ως παρατηρήσουμε ότι οι αξίες της τεχνολογίας, στις συνεχώς αναφυόμενες απαιτήσεις για την ικανοποίηση αναγκών, ακόμα και όταν ανταποκρίνονται σε κάποια κριτήρια, δεν αναγνωρίζονται ως γενικές και διαχρονικές αξίες με κύρος για όλους τους ανθρώπους παντού και πάντοτε. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε το λόγο γιατί οι αξίες που προβάλλει η τεχνολογία δεν αποκτούν οικουμενικό κύρος όσο και αν η τεχνολογία εξυπηρετεί διάφορες βασικές ανάγκες με ποικίλους τρόπους. Η γοητεία που ασκούν οφείλεται στο ότι αποτελούν μέσα για άλλες σκοπιμότητες και άλλες ανώτερες αξίες.
Οι φιλόσοφοι της Ελλάδος ορθά διέκριναν μεταξύ αξιών που ανήκουν μόνο στα μέσα και αξιών που θεωρούνται αποκλειστικά ως τελικοί σκοποί. Νομίζω ότι η έκφραση “ανθρώπινες αξίες” στον τίτλο του σημερινού Συμποσίου αναφέρεται σε αξίες οικουμενικές και απώτατες. Χωρίς αυτή τη διάκριση η αναφορά σε “ανθρώπινες αξίες” χάνει την ουσιαστική σημασία της. Αυτό που μας απασχολεί, νομίζω, ιδίως όταν ζητούμε τη συμπαράσταση της επιστημονικής έρευνας, είναι ακριβώς αν υπάρχουν αξίες ταυτόχρονα απώτατες και οικουμενικές. Ως εκ τούτου αν η τεχνολογία ούτε δύναται ούτε είναι σε θέση να προτείνει τέτοιες αξίες, επιβάλλεται να επιμείνουμε στο ερώτημα μας για την ενδεχόμενη εύρεση της πηγής τέτοιων αξιών. Όποια κι αν είναι η απάντηση, θα ήταν εξίσου φενάκη να υποτιμήσουμε τη θέση της τεχνολογίας στα ανθρώπινα πράγματα. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Η τεχνολογία αναπόφευκτα προμηθεύει κυρίως μια ποικιλία αξιών ως μέσα. Κατά συνέπεια, δεν είναι σε θέση ούτε και δύναται τελικά να λειτουργεί ως πηγή απώτατων και οικουμενικών αξιών. Επομένως, οι “ανθρώπινες” αξίες, κατά τον τρόπο που τις ορίσαμε, θα πρέπει να πηγάζουν από αλλού. Η διαπίστωση ότι υπάρχει μια τέτοια πηγή αποτελεί βασική απαίτηση για την εποχή μας, ιδίως εξαιτίας των συνεχών κρίσεων που έχει υποστεί η ανθρωπότητα καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της. Το πρόβλημα έχει λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις στην εποχή μας, ιδίως ύστερα από τους δύο παγκοσμίους πολέμους του περασμένου αιώνα και της συνεχούς μόλυνσης του περιβάλλοντος, που έχει χειροτερεύσει με τον ερχομό της νέας χιλιετηρίδας. Ας προσθέσουμε σε αυτά και την διαρκή διαμάχη ανάμεσα στα πολύπλοκα διεθνή και τοπικά αντικρουόμενα συμφέροντα, παράλληλα με τα προβλήματα της παγκοσμιοποίησης και της εξεύρεσης λύσεων στα νέα αδιέξοδα που δημιουργούν οι τέτοιες εξελίξεις.
Η επιστήμη έχει θεωρηθεί, ιδίως από τα μέσα του περασμένου αιώνα, ως ουδέτερη προς τα αξιολογικά προβλήματα. Πιθανό να ευσταθεί η τέτοια επιχειρηματολογία, όμως οι επιπτώσεις και οι συνέπειές της εγείρουν άμεσα αμφισβήτηση. Η πολιτική της τεχνολογίας, ως φορέας που προσδέχεται και εκμεταλλεύεται τις επιστημονικές ανακαλύψεις, κατά κανόνα καταλήγει να ευθυγραμμίζεται με την πολιτική της ισχύος και του κέρδους. Μπρος στην τέτοια ελλατωματικότητα, επιβάλλεται να στραφούμε σε άλλη κατεύθυνση, στην έννοια το πολιτισμού. Και εδώ ακόμη συναντούμε προβλήματα όταν αφήνουμε ανεξέταστη την αποστολή της εκπαίδευσης ως συμπαραστάτη για την εξεύρεση πηγής οικουμενικών αξιών. Ας εξετάσουμε την περίπτωση της ιστορικής ρευστότητας των πολιτισμικών αξιών. Μια σύγχρονη κυρίαρχη άποψη θεωρεί τον πολιτισμό κυρίως ως φαινόμενο σε διαρκή αλλαγή. Πως λοιπόν είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε την ύπαρξη οικουμενικών αξιών και αυτοσκοπών για την πιθανώς επερχόμενη παγκόσμια κοινωνία όταν η έννοια του πολιτισμού γίνεται δέσμια των δυνάμεων της τεχνολογίας που επιφέρουν την αδιάκοπη αλλαγή; Ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, η ίδια η ποικιλομορφία των δυνάμεων αυτών συνεχίζει να ενεργεί ως αποσταθεροποιητικός παράγων.
Ας επιστρέψουμε στην επιστήμη ως τη λογική έρευνα της φύσης των όντων και όλων των αντικειμένων, συμπεριλαμβανομένης και της ανθρώπινης φύσης. Η ιδιάζουσα λογική σταθερότητα που χαρακτηρίζει την επιστήμη είναι η εμπιστοσύνη της στην ανθρώπινη νόηση. Αυτή και μόνη, στην πλήρη της έκφραση, είναι μία από τις απώτατες αξίες μας, αν και ο επιστημονικός νους δεν ασκεί έλεγχο πάνω στις εφαρμογές της. Ως χρήσεις, βρίσκονται πέρα από την επιστημονική θήρα της αλήθειας, ακόμη και όταν οι εφαρμογές οι ίδιες υποβάλλονται σε επιστημονική εξέταση.
Υπάρχει και άλλος χώρος προβλημάτων πέρα από εκείνες τις δυνάμεις που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τις βουλήσεις μας. Πρόκειται για ένα παλιό και πολύπλοκο μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς που δοκιμάζει συνεχώς την αυτογνωσία μας. Παραμένουμε υποκείμενα των αυθαίρετων εκρήξεων των παθών, πέρα από την χρησιμότητά τους για επιβίωση, ηδονή και αυτοπροβολή στη ζωή. Με τον δικό της αναπόφευκτο τρόπο, η παθητική φύση της ύπαρξής μας ασκεί τη δική της επιβολή στη δημιουργία και καλλιέργεια αξιών, μερικές ωφέλιμες, άλλες ασταθείς, κάποιες ιδιαίτερα πολύτιμες, και που σε κάποιες περιστάσεις μας οδηγούν άλλοτε σε καταστροφές και άλλοτε σε εκστασιασμούς ποιητικών εξάρσεων και ηρωικών πράξεων. Παρόλα αυτά, είναι η σκοτεινή τους φύση που μας κάνει δικαιωματικά να υποψιαζόμαστε τις επιδράσεις των παθών. Μόνο χάρη στην αντικειμενικότητα του λογικού τα πάθη τελικά μπορούν να αποκτούν μια έννομη θέση στη διαμόρφωση γενικών αξιών. Και διερωτώμαι αν τα πάθη μπορούν να λειτουργούν πράγματι ως πηγή υψίστων αξιών. Οι επιστήμες κάνουν το καλύτερο που μπορούν ώστε να κατανοήσουν το δυναμισμό των παθών, αλλά ο έλεγχος και η μετατροπή τους σε δημιουργικούς παράγοντες λανθάνει του ελέγχου της επιστημονικής πράξης, παρά τη συμβολή των ιατρικών γνώσεων. Στο σημείο αυτό η Ελληνική κληρονομιά, ως παιδεία και φιλοσοφία, εξακολουθεί να βρίσκει διαχρονικά τη δικαίωση της αρετολογίας της.
Έρχομαι τώρα στο κύριο ερώτημα. Μπορούμε άραγε να πάμε πίσω, ή καλύτερα να επαναφέρουμε τις οικουμενικές αξίες του Ελληνικού Νου και την ύψιστη αποστολή τους, όπως τις θεμελίωσαν με βάση την έλλογη θεωρία για τη φύση του ανθρώπου; Αναλογίζεται κανείς, στο σημείο αυτό, την Πολιτεία του Πλάτωνα και το Περί Ψυχής τους Αριστοτέλους, τις τραγωδίες των δραματικών ποιητών και τα έπη του Ομήρου. Αν η νεότερη και η σύγχρονη επιστήμη εξακολουθούν να προσυπογράφουν στη θεωρία για τη συνεχή αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης, το συμπέρασμα που κατ’ ανάγκη ακολουθεί είναι ότι η Ελληνική παράδοση περί απώτατων αξιών με διαχρονική φερεγγυότητα είναι απλώς και αναπόφευκτα ξεπερασμένη.
Το ίδιο ισχύει και για τη θεωρία τους για την ανθρώπινη φύση. Αν η τέτοια άποψη ευσταθεί, δεν υπάρχει χώρος για τους αρχαίους σοφούς στη σύγχρονη ζωή ούτε και λόγος να περιμένουμε να αποκομίσουμε κάποιο κέρδος από μιαν άλλη ακόμα “αναγέννηση” της κλασικής παράδοσης. Αυτό μας θυμίζει τον Nietzsche ως τον αντιπροσωπευτικό υπερασπιστή των νεότερων απόψεων. Αν ισχύει η άποψη του Nietzsche, όλες οι θετικές αξίες υπόκεινται σε συνεχή επανεξέταση και ανασύσταση. Επιπλέον, αν η εξελικτική αντίληψη πάρει τις διαστάσεις απολύτου θέσης, πέρα από τις βιολογικές προδιαγραφές που όρισε ο Δαρβίνος, και σε προέκταση ερμηνεύει ότι ισχύει για όλο τον ανθρώπινο βίο, τη νόηση και τη φερεγγυότητα του Λόγου, το ίδιο συμπέρασμα ισχύει. Το δόγμα του ιστορισμού και της σχετικότητας των αξιών εξακολουθεί να κερδίζει έδαφος και να αποκτά οπαδούς. Για άλλους όμως, η σταθερότητα της ανθρώπινης φύσης, με τον τρόπο που οι Έλληνες την εννοούσαν, παραμένει η μόνη ορθή προϋπόθεση για τη λογική διατύπωση των οικουμενικών αξιών.
Αν είμαστε έτοιμοι να παραδεχθούμε ότι η Αριστοτελική θέση περί εντελέχειας είναι πράγματι λανθασμένη ή και ψευδής, τότε ή μόνη επιλογή που μας απομένει είναι να δηλώσουμε ως ματαιοπονία την αναζήτηση σταθερών αρχών και οικουμενικών αξιών. Όμως χωρίς την Ελληνική θεώρηση βίου, η ηθική συνεχώς θα παραμένει διεζευγμένη από την πολιτική και αμφότερες από την έλλογη χρήση της τεχνολογίας, ώστε να προλαμβάνεται η παρεκτροπή της σε αβυσσαλέα τεχνοκρατία και σε νέα μορφή τυραννίας. Η ιστορία των πολιτικών αυθαιρεσιών έχει επανειλημμένα καταδείξει ότι η κακή χρήση και απουσία του ορθού λόγου πάντα καταλήγει να νομιμοποιεί την ισχύ ως ύπατο στόχο και ως κορυφαία αυθεντία αξιών. Και διερωτώμαι: Μήπως η τέτοια θεσμική ροπή, καθώς συνεχίζει να επιβάλλεται, προαναγγέλλει έναν νέο είδος μεσαίωνα; Ποιος ξέρει.



____________

Φιλολογικός Λούσιος: Η ΑΡΚΑΔΙΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Φιλολογικός Λούσιος: Η ΑΡΚΑΔΙΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ: του John P. Anton* http://anton-jhon.blogspot.gr/ I. Αρκαδική Αρμονία Η ποιητική φαντασία του Παλαμά αγκάλιασε την Αρκ...

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Συλλογή Υπογραφών για τη δημιουργία Μουσείου του Ελληνισμού της Ανατολής στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας

57a763b768f98-1
 Η  ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΠΣΕ), μετά τις τελευταίες εξελίξεις και την μεταφορά των Προσφυγικών από το ΤΑΙΠΕΔ στην Περιφέρεια Αττικής,  σας καλεί σε συστράτευση για να πραγματοποιηθεί στις προσφυγικές πολυκατοικίες της Λεωφόρου Αλεξάνδρας το ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΕΝΙΑΙΟ ΜΟΥΣΕΙΟ που θα στεγάσει τα κάθε είδους κειμήλια από τις αλησμόνητες πατρίδες των προγόνων μας.
H δημιουργία του Μουσείου αποτελεί ένα αίτημα δεκαετιών του Μικρασιατικού Ελληνισμού και η ευκαιρία που μας δίνεται σήμερα δεν πρέπει να πάει χαμένη. Είναι το ελάχιστο που οφείλουμε στη μνήμη των προγόνων μας.
Για να ενωθούμε δυναμικά, ζητάμε την υπογραφή σας.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ Μ. ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
FEDERATION OF REFUGEES ASSOCIATIONS OF GREECE (OPSE HELLAS) invites you to become involved with the efforts to convert the refugee multi-family apartment buildings located on Alexandras Avenue into a museum that will house the relics and history of all into an unforgettable home of our ancestors.
To join our cause, we are asking for your signature.
A UNITED MUSEUM FOR ASIA MINOR NOW!

Μουσείο Ελληνισμού της Ανατολής στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας

466 signatures
Κοινοποίησε το σε φίλους:
   

Τελευταίες υπογραφές
466Πάνος ΑϊβαλήςΝέα Μάκρη ΑττικήΝοε 28, 2016

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Η κυρα Φωτεινή της Σμύρνης, η Συνθήκη της Λωζάννης και τα σύνορα της καρδιάς του Ερντογάν Σάββατο, 26 Νοεμβρίου, 2016


του Στρατή Μπαλάσκα (*)


Πλήρης ημερών, 90χρονη σχεδόν, έφυγε από τη ζωή μια εμβληματική φυσιογνωμία του Ρωμέϊκου της Σμύρνης. Η γιαγιά Φωτεινή Δεβριέ, μια από εκείνη την παρέα με τις Ρωμιές που θαρρείς και ξέμειναν στη Σμύρνη μετά την καταστροφή, πέρασαν όλη τους τη ζωή στην ιστορική μεγαλούπολη, μάρτυρες μιας εποχής και μιας πόλης που έφυγε ανεπιστρεπτί. Ήταν αυτή η παρέα, της οποίας η τελευταία η κυρά Φωτεινή έφυγε προχθές, οι Ρωμιές Σμυρνιές, οι τελευταίες αρχόντισσες της Πολιτείας που πέρασε στη συλλογική μνήμη του σύγχρονου Ελληνισμού σαν η πόλη μάρτυρας. Και συνδέθηκε με τη μεγαλύτερη τραγωδία του 20ου αιώνα, όταν οι Έλληνες αστοί - οι μόνοι Έλληνες αστοί υποστηρίζουν κάποιοι - έγιναν πρόσφυγες.
Φανερώθηκαν θαρρείς από το πουθενά, σαν όλα έδειχναν στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις πως πήγαινε να ημερέψουν. Ιανουάριος του 2007, και εμφανίστηκαν όλες μαζί, 85 χρόνια μετά από τότε στην κοπή της πίττας της ομογένειας της Σμύρνης, σε μιαν αίθουσα χτισμένη απάνω στην παλιά πόλη όπου τίποτα δεν απέμεινε να τη θυμίζει. Πέρασε πρώτα η φωτιά, μετά ο εργολάβος, τελευταία ήρθε η ανάπτυξη με το πρόσωπο μεγάλων γυάλινων κτιρίων...
Η 84χρονη τότε κυρά Σωτηρία, η 77χρονη κυρά Κατερίνα, η κυρά Ασημένια Ρωμιά από την Πρίγκηπο, η 85χρονη κυρά Κατερίνα, η 80χρονη κυρά Βέρα και η 80χρονη τότε κυρά Φωτεινή.
Άλλες ήταν γεννημένες στη Χίο απ' όπου έφυγαν με τους γονείς τους στο μεσοπόλεμο μετανάστες στη Σμύρνη. Άλλες παιδιά Ρωμιών με διαβατήρια ξένα που δεν ανταλλάχτηκαν αφού δεν περιλήφθηκαν τέτοιες περιπτώσεις στη Συνθήκη της Λωζάνης. Άλλη πάλι, «κρυμμένη» στη Σμύρνη γιατί Ρωμιές κι ορθόδοξες έκαναν το λάθος και παντρεύτηκαν στην Πόλη Τούρκο. «Έγκλημα καθοσιώσεως» εξορίστηκαν μαζί με τον άνθρωπο τους σε άλλη Πόλη όπου στο πολύβουο μελίσσι της μπορούσαν να μην αναγνωρίζονται. Πρόσφυγες σε μια πόλη που γέννησε τόσες χιλιάδες προσφύγων.
Η κυρά Σωτηρία Γατανά ήταν από τη Χίο. Στη Σμύρνη ήρθε με τους γονείς της το '38 «γιατί στη Χίο τα πράγματα ήταν δύσκολα». Πέρασε όλη της τη ζωή «σε τούτο τον τόπο τον ευλογημένο». Και παντρεύτηκε ελλείψει Ελλήνων «τουλάχιστον ομόθρησκο». Τον Μαυροβούνιο Ιωσήφ Μαρλίκοβιτς. Τη γενιά ετούτου δεν την ανταλλάξαν, όλα η Συνθήκη της Λωζάνης δεν μπορούσε να τα χωρέσει...
Η κυρά Φωτεινή Λεώδη έμεινε στην πολιτεία της με τους γονείς της γιατί ο πατέρας της «είχεμ πασαπόρτι μπελτζικάνικο (βέλγικο)». Όπως λέει στη Σμύρνη «καλά πέρασε». «πολύ καλά;» τη ρωτήσαμε. «Καλά είπα...» απάντησε. Η κυρά Κατερίνα κι αυτή παιδί Ρωμιού με ξένο διαβατήριο, παντρεύτηκε φραγκολεβαντίνο. «Και τούτος πολύ ήταν για τη μάνα μας. Πού να τολμήσουμε να φύγουμε από κοντά της να κοιτάξουμε κάποιον άλλον μη χριστιανό. Σαν την κλώσα μας είχε γύρω της. Σαν την κλώσα τα πουλιά της. Κι αλίμονο... μια χούφτα άνθρωποι ήμασταν αλλά αλίμονο σαν κάποιος άλλος γύριζε να μας κοιτάξει». Η μνήμη της θαρρείς κι είχε σταματήσει εκεί στις δύσκολες μέρες του 1955. «Φόβος και τρόμος γιε μου...» έλεγε. Φόβος και τρόμος. «Χτυπούσαν την πόρτα μας και μας λέγανε φύγετε γιατί αλλιώς χαθήκατε... Πού να πάμε;».
Η 77χρονη Κατερίνα Σάμογλου ήρθε με το Ρωμιό άντρα της στη Σμύρνη από την Πόλη. «Τεχνίτης άριστος στις μπουζιέρες και στη Σμύρνη δεν είχε τέτοιον». Ψυκτικός δηλαδή ο άνδρας της κυρά Κατερίνας κι αφήσανε το Φανάρι της Πόλης για τη Σμύρνη. «Καλά περάσαμε...» λέει. Κι απαγγέλλει θαρρείς σα στίχους του εθνικού ύμνου τα ονόματα των παιδιών της. Αλκιβιάδης, Φρίξος, Αθηνά- Εθνική του Ρωμέϊκου στο φωτεινό το μέλλον γεια σου...
Η κυρά Ασημένια στη Σμύρνη ήρθε με τον ασφαλιστή άνδρα της «γιατί εδώ είχε δουλειές και στην Πόλη όχι». Από την Πρίγκηπο, θυμάται και εκείνη το δύσκολο 1955. «Τέτοιος Σεπτέμβρης να μην ξανάρθει... Έγκυος εννιά μηνών ήμουνα,. Και να μην ξέρω αν θα γεννήσω το παιδί μου» είχε πει.
Στο ερώτημα για το πώς πέρασε τόσα χρόνια στη Σμύρνη απάντησε μονολεκτικά. «Καλά». Μετάνιωσε αμέσως... «όχι, γράψτο... Κακά ψυχρά κι ανάποδα ήταν. Μοναξιά. Πολύ μοναξιά».
Η άλλη Κατερίνα, 85 χρονών αυτή λέει για τη γιαγιά της που πήρε «σκυλόφραγγο» και κρύφτηκε στη Σμύρνη. Κάπως έτσι γεννήθηκε στα 1922 «εδώ. Στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου».
Κοίταζες μια μια ετούτες τις μοναδικές η κάθε μια γυναίκες της Σμύρνης. «Μάγισσες;» ρώτησες «εμπνευσμένος» από το μπεστ σέλλερ της εποχής που χιλιοδιαβάστηκε και στην Τουρκία. Χαμογελάσαν... «Όχι... Μαγεμένες από ετούτο τον τόπο» είχε πει η Φωτεινή που είχε κόψει και τη βασιλόπιττα με τον μετέπειτα Επίσκοπο Ερυθρών κ. Κύριλλο, εξ ονόματος όλων.
Εκείνη είχε έρθει μωρό παιδί στη Σμύρνη από τη Χίο. «Αργυρώ Λεοντή η μάνα μου ήρθε από τη Χίο παραδουλεύτρα στο σπίτι ενός φραγκολεβαντίνου. Όλοι έφευγαν, εκείνη ήρθε. Μείναμε...». Έμεινε για πάντα η κυρά Φωτεινή...
Οι μαγεμένες από τη Σμύρνη, στήθηκαν με μια ανείπωτη χάρη η μια δίπλα στην άλλη να φωτογραφηθούν για τις ανάγκες του προ δεκαετίας ρεπορτάζ. Μπερδεύτηκαν η μάνα σου, η γιαγιά σου, η εικόνα του πατέρα, η προσφυγιά, ο Συνοικισμός, τα παραμύθια για το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, το χωριό «καρσί». Εδώ ήσουνα Όχι «καρσί». Εδώ. Και όλες οι ιστορίες ήταν μπροστά σου ζωντανές. Οι τελευταίες Ρωμιές της Σμύρνης. Μαγεμένες με την πόλη, σε μαγεύψαν και σένα για να την κουβαλάς πάντα μαζί σου, μέσα σου. Κάπως σαν θρύλος ενός μαρμαρωμένου βασιλιά με σάρκα κι οστά και ήχους και ζεστασιά. Μιας Σμύρνης που δεν μπορεί θαρρείς να περάσει.
Μνήμη της κυρά Φωτεινής που πέρασε προχθές στη Σμύρνη του ουρανού. Και με αφορμή κάτι που ψέλλισε ο Ερντογάν για τη Συνθήκη της Λωζάννης και τα σύνορα λέει της καρδιάς του.

_____________
* Ο Στρατής Μπαλάσκας είναι δημοσιογράφος

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Το επιτύμβιο Επίγραμμα του Αισχύλου (μια δοκιμή φιλοσοφικής ανάγνωσης)

ΙΣΤΟΡΙΚΑ


γράφει ο κ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ 

                                           
Στην ιερή μνήμη του Ευάγγελου Κατσιμάνη



Ανάμεσα στο επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου και στα αντίστοιχα επιγράμματα του Σοφοκλή και του Ευριπίδη η διαφορά είναι εμφανής. Ενώ τα επιγράμματα του Σοφοκλή και του Ευριπίδη έχουν μάλλον πληροφοριακό περιεχόμενο και χαρακτηρίζονται από ήπιο τόνο, η αναφορά στον Αισχύλο δε δείχνει να περιορίζεται στην απλή ενημέρωση, αλλά φορτίζεται από μια έκδηλη εσωτερική ένταση και «αναδίδει» έναν τόνο δραματικό – κάτι που, όπως θα φανεί στη συνέχεια, έχει τη σημασία του. Ωστόσο, εκείνο που εγείρει ερωτήματα και προκαλεί πολλές συζητήσεις είναι κάτι διαφορετικό: ενώ στα άλλα δύο επιγράμματα βρίσκουμε σαφή αναφορά στις διακρίσεις του Σοφοκλή και του Ευριπίδη στο χώρο της ποιητικής τέχνης, ειδικά για τον Αισχύλο ο έπαινος περιστρέφεται στην «αριστεία» του στο άλσος του Μαραθώνα με ταυτόχρονη παραθεώρηση των λαμπρών επιδόσεών του στο χώρο της τραγωδίας. Πρόκειται για ένα παράδοξο που έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών  επισημάνσεων και σχολιασμών[1]
 Κλασική, πάντως, είναι η κριτική στο επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου, την οποία 
Καβάφης
βρίσκουμε στο ποίημα του Καβάφη «Νέοι  της Σιδώνος 400 μ.Χ.»[2]. Εδώ, ένα παιδί «φανατικό για γράμματα» θα εξαναστεί ακούγοντας τον ηθοποιό να υπερτονίζει τις φράσεις «αλκήν δ’ευδόκιμον» και «Μαραθώνιον άλσος» και μάλιστα θα χαρακτηρίσει «λιποψυχία» την επιλογή του Αισχύλου να προβάλει τις πολεμικές επιδόσεις του με ταυτόχρονη αποσιώπηση των επιτευγμάτων του ως κορυφαίου τραγικού ποιητή[3]. Με τον υπερβάλλοντα μάλιστα καλλιτεχνικό ζήλο του, θα υποδείξει εκ των υστέρων στον Αισχύλο ποιο θα ήταν κατά τη γνώμη του το σωστό περιεχόμενο του επιγράμματος, για να καταλήξει ως εξής:


«Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις

της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό —
τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό, 
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες, 
τι Επτά επί Θήβας— και για μνήμη σου να βάλεις 
μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό 
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη»

Ο ειρωνικός χειρισμός του θέματος από τον Καβάφη αναδεικνύει την ουσιαστική αδυναμία των «Νέων της Σιδώνος» (όπως και όλων των διαχρονικών μιμητών και ομοφρόνων τους) να κατανοήσουν και να αξιολογήσουν το περιεχόμενο του αισχύλειου επιγράμματος  -- και ο λόγος της αδυναμίας αυτής είναι απλός.

Οι Νέοι της Σιδώνος είναι εξελληνισμένοι  Σύροι του 400 μ.Χ. Στις μέρες τους ο αρχαίος κόσμος έχει πεθάνει προ πολλού, αλλά λόγω κεκτημένης ιστορικής ταχύτητας η ανάμνηση της πολιτιστικής ακτινοβολίας του παραμένει αμείωτη. Έχουν τη νοοτροπία κοσμοπολίτη σε μια μεταβατική εποχή αβεβαιότητας και κοσμογονικών αλλαγών οι οποίες τους αφήνουν παγερές αδιάφορους και στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας η έννοια της πατρίδας τούς είναι άγνωστη. Απέχουν χρονικά εννιακόσια περίπου χρόνια από το 490 π.Χ. και, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούν  ούτε να φανταστούν ούτε, πολύ περισσότερο, να βιώσουν τον κουρνιαχτό, τις οιμωγές και τους αλαλαγμούς που είχαν κάποτε σκεπάσει το «Μαραθώνιον άλσος», τότε που ο Αισχύλος είχε ξεδιπλώσει σ’ αυτό  την «ευδόκιμον αλκήν» του. Με δεδομένη «ευπορίαν του καθ’ ημέραν» και απαλλαγμένοι από την υποχρέωση να παλέψουν με την καθημερινότητα για να εξασφαλίσουν τους υλικούς όρους της διαβίωσής τους, αλείφονται με αρώματα, απολαμβάνουν ποιητικές επαγγελίες και πιθανώς ενδίδουν στον ηδονικό αισθησιασμό. Γι’ αυτούς τους εκθηλυμένους ντιλετάντηδες η τέχνη δεν είναι ένα παρακολούθημα της πραγματικότητας, κάτι σαν το «philosophari», που οφείλει να έπεται χρονικά και αξιολογικά του «vivere». H τέχνη γι’ αυτούς είναι αυτόνομη, έχει αποκοπεί από την πραγματικότητα ή, καλύτερα, έχει πάρει τη θέση της ως εικονική πραγματικότητα – ως ένα υποκατάστατο, που ωστόσο αποτελεί αυτοσκοπό και αυταξία[4]. 

Εντελώς διαφορετικές είναι οι συνθήκες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της νοοτροπίας του Αισχύλου, τον 5. π.Χ. αιώνα. Πολλές φορές η ανάπτυξη ενός μεγάλου πολιτισμού με ταυτόχρονα εντυπωσιακά επιτεύγματα στα γράμματα, στη φιλοσοφία, στην τέχνη  και στην επιστήμη είναι ο καρπός, μεταξύ άλλων, ενός νικηφόρου «υπέρ πάντων» αγώνα. Μπορεί δηλαδή ο πολιτισμός αυτός να έχει σε μεγάλο βαθμό θεμελιωθεί στο ενθουσιασμό, στην υπερηφάνεια και στο συναίσθημα της ασφάλειας που βίωσε ένας λαός μετά από κάποιον πολεμικό θρίαμβο, χάρη στον οποίο αντιμετώπισε επιτυχώς ένα θανάσιμο κίνδυνο με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην εξοντωθεί, αλλά και να βγει από τη δοκιμασία πιο δυνατός, κατοχυρώνοντας ταυτόχρονα την ακεραιότητα και την ελευθερία της πατρίδας του.  Οι επικοί αγώνες των Αθηναίων, που «επρομάχησαν των Ελλήνων» κατά τα μηδικά και χάρη στον ηρωισμό τους όχι μόνο ξεπέρασαν την απειλή της ολοσχερούς καταστροφής, αλλά και έφτασαν τελικά στην κατατρόπωση των Περσών και την εδραίωση της ηγεμονίας τους, πρέπει να βιώθηκαν με εντελώς ιδιαίτερη ένταση από τους πρωταγωνιστές των αγώνων εκείνων, δηλαδή από τους ίδιους τους ήρωες των Περσικών Πολέμων. Οι τελευταίοι θεώρησαν τη συμμετοχή τους στις ιστορικές νίκες ως ένα συγκλονιστικό γεγονός που σφράγισε ανεξίτηλα την ζωή τους. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του σκληροτράχηλου Μαραθωνομάχου Αισχύλου, του χαλύβδινου εκείνου πολεμιστή και ταυτόχρονα μεγαλόπνευστου τραγικού ποιητή. Ο Αισχύλος δε βρήκε έτοιμη τη νίκη, την ασφάλεια και την ακμή της Αθήνας, όπως θα τις βρουν αργότερα ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Αντίθετα, ένιωθε πως ήταν συντελεστής αυτών των επιτευγμάτων και συν-δημιουργός της σύγχρονης αθηναϊκής ιστορίας, η οποία του γέμιζε το στήθος με υπερηφάνεια, και για το λόγο αυτό ανήγαγε την προκοπή και το μεγαλείο της πατρίδας του σε υπέρτατη προσωπική προτεραιότητά του.

Εδώ πρέπει να αποδοθεί το ζωηρό ενδιαφέρον του για τα ηθικά δεδομένα και τα πολιτικά δρώμενα της εποχής του και ειδικότερα η αποτύπωση στο έργο του της βαθιάς βιοσοφίας του[5] και της προτίμησής του προς μια μετριοπαθή εκδοχή της δημοκρατίας, καθώς και η ανησυχία του λόγω της ριζοσπαστικοποίησης του πολιτικού βίου, την οποία προωθούσαν στην Αθήνα οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη και του Περικλή. Χαρακτηριστική είναι η υποθήκη του προς τους συμπολίτες του να τηρούν το μέτρο και να αποφεύγουν τις υπερβολές:

 «Tο μητ’ άναρχον μήτε δεσποτούμενον***

αστοίς περιστέλλουσι βουλεύω σέβειν,

και μη το δεινόν παν πόλεως έξω βαλείν.

Tις γαρ δεδοικώς μηδέν ένδικος βροτών;» [6]

Ο Αισχύλος δεν απορροφήθηκε ολοσχερώς από τη δραματική τέχνη και δεν τη μετέτρεψε σε αποκλειστική μέριμνα της ζωής του παίρνοντας μεγαλύτερες ή μικρότερες αποστάσεις από την 
Αισχύλος
πολιτική και την κοινωνική καθημερινότητα τους άστεως[7]. Την ποιητική δημιουργία δεν πρέπει να τη θεωρούσε μια επίδοση ιδιαίτερη και «ξεχωριστή» από τον εαυτό του αλλά μάλλον κάτι που αναβλύζει από μέσα του ως φυσική και αβίαστη προέκταση της ύπαρξής του -- της ηρωικής ιδιοσυγκρασίας του και της βαθιάς θρησκευτικότητάς του. Γι’ αυτό και η ποιητική έμπνευσή του δίνει την εντύπωση ότι δεν επιβλήθηκε στην προσωπικότητα του, αλλά μάλλον υποτάχτηκε σ’ αυτήν, για να μεταστοιχειώσει τις εμπειρίες, τα βιώματα και τα οράματά του μεγάλου δραματουργού σε αριστουργήματα τραγικού λόγου.-- Με βάση αυτά τα ιστορικά δεδομένα και αυτές τις ψυχικές διεργασίες θα μπορούσε να εξηγηθεί η καλλιτεχνική «λιποψυχία», την οποία ο νέος από τη Σιδώνα καταμαρτυρεί στον Αισχύλο!

Χωρίς διάθεση να αμφισβητήσουμε την ηρωική διάσταση του αισχύλειου επιγράμματος, την οποία θεωρούμε άλλωστε δεδομένη, επισημαίνουμε ότι το επίγραμμα αυτό προσφέρεται για μια πρόσθετη ανάγνωση, η οποία όχι μόνο δεν αναιρεί την παραπάνω διάσταση, αλλά και τη συμπληρώνει, την εμπλουτίζει και την προεκτείνει. Η αληθοφάνεια της πρόσθετης αυτής ανάγνωσης ενισχύεται από τη βαθιά θρησκευτικότητα του Αισχύλου και τη σχέση του με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Συγκεκριμένα, τίποτα δε μας εμποδίζει να υποθέσουμε ότι στο επίγραμμά του ο τραγικός ποιητής υπαινίσσεται, μεταξύ άλλων, τον εφήμερο και εύθραυστο χαρακτήρα της ανθρώπινης  κατάστασης και ότι, κατά συνέπεια, το εν λόγω επίγραμμα συνιστά μια συμπυκνωμένη και υποτυπώδη, έστω, «μελέτη θανάτου»[8]. Ας ξαναδιαβάσουμε προσεχτικά τους τέσσερις στίχους, από τους οποίους  αυτό απαρτίζεται:

 «Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει

μνήμα καταφθίμενον πυρφόροιο Γέλας.

Αλκήν δ’ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι

και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος» »[9]

Από το ένα μέρος έχουμε την υποστασιακή ανυπαρξία, που έρχεται να παραλάβει τη σκυτάλη από τη δόξα της ζωής. Με το θάνατό του, ο ήρωας των περσικών πολέμων «μίκρυνε» απελπιστικά και εκμηδενίστηκε. Για την ακρίβεια, ενταφιάστηκε στη μακρινή Γέλα, σε έναν συγκεκριμένο τάφο («τόδε κεύθει μνήμα») – κυριολεκτικά χώθηκε σε δυο μέτρα γης που κρύβουν μέσα τους ό,τι έχει πλέον απομείνει («καταφθίμενον») από τον πάλαι ποτέ αρειμάνιο πολεμιστή, δηλαδή  μια χούφτα χώμα και τίποτα περισσότερο. Πόσο σημαντικό μπορεί να είναι το ότι, από το άλλο μέρος, έχουμε την «ευδόκιμον αλκήν» του νεκρού, η οποία είχε καταυγάσει κάποτε το «Μαραθώνιον άλσος» και της οποίας είχε πικρή πείρα ο «βαθυχαιτήεις Μήδος»;  Εκείνο το «καταφθίμενον» αποδείχτηκε συντριπτικά ισχυρότερο και τελικά την έχει εξαλείψει ολοσχερώς. Ο Αισχύλος ξαναβρίσκει έτσι την πρωταρχική «χοϊκότητά» του, όπως αυτή αποτυπώνεται και διεκτραγωδείται στο «χους ει και εις χουν απελεύσει» της Εκκλησίας.

Στο επίγραμμα υφέρπει η κυρίαρχη ιδέα πως ο άνθρωπος, γενικά, είναι ον ευάλωτο και ασήμαντο, στην κυριολεξία ένα τίποτα. Μπορεί όσο ζει να ενδίδει στην αυταπάτη της δύναμης και να γοητεύεται από τη ματαιότητα της δόξας, πεθαίνοντας, όμως, παραδίδεται στην οντολογική ανυπαρξία, την οποία έχει προετοιμάσει γι’ αυτόν ο αναπόφευκτος θάνατος. Το όλο κλίμα παραπέμπει στη μελαγχολική διαπίστωση που διαβάζουμε στην Ιλιάδα:  οι άνθρωποι είναι όντα εφήμερα και αδύναμα, υποκείμενα στη φθορά και την εξαφάνιση όπως τα φύλλα των δέντρων (««οίη περ φύλλων γενεή τοίη δε και ανδρών»[10]), ενώ ταυτόχρονα υπενθυμίζει την απαισιόδοξη επισήμανση του ίδιου του Αισχύλου σχετικά με την αστάθεια και τον ευμετάβολο χαρακτήρα των εγκοσμίων. Σύμφωνα με μια ελεύθερη απόδοσή της, η ανθρώπινη κατάσταση προκαλεί θλίψη, γιατί ακόμη και μια σκιά θα μπορούσε να καταστρέψει την ευτυχία («ιώ βρότεια πράγματ’˙ ευτυχούντα μεν / σκιά τις αν τρέψειεν» [11]). Εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως δεν απέχουμε και πολύ, όπως έχει παρατηρηθεί, από εκείνο το «Πντα σκιάς ασθενέστερα, πντα ονείρων απατηλότερα» που ακούμε στη νεκρώσιμη ακολουθία[12].

Αυτή η κυρίαρχη ιδέα προβάλλει ανάγλυφη μέσα από την έντονη νοηματική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του επιγράμματος, η οποία οφείλεται στο ότι  το περιεχόμενο του καθενός από τα δύο ζεύγη στίχων που το αποτελούν αντιτίθεται ριζικά στο περιεχόμενο του άλλου. Σε τελευταία ανάλυση, οι δύο  πόλοι της έντονης αυτής αντιπαράθεσης είναι η ζωή και ο θάνατος Αξίζει, λοιπόν, να υπογραμμιστεί με την ευκαιρία το εξής: αν η ασημαντότητα και ο εύθραυστος χαρακτήρας της ανθρώπινης κατάστασης αναδεικνύονται από την χτυπητή αντίθεση της ζωής με το θάνατο και αν λέξεις όπως «μνήμα», «κεύθει», «καταφθίμενον» αντιπροσωπεύουν το θάνατο με χαρακτηριστική παραστατικότητα, είναι προφανές ότι η «ευδόκιμος αλκή» του αδάμαστου μαχητή εκφράζει τη ζωή με ασύγκριτα δραματικότερη αμεσότητα και ενάργεια από ό,τι  θα την εξέφραζαν οι απαράμιλλες επιδόσεις του στον τραγικό ποιητικό λόγο. Γι’ αυτό πιθανώς η «ευδόκιμος αλκή», ως πόλος αντίρροπος στο θάνατο, προτιμήθηκε αντί των παραπάνω επιδόσεων. Αυτό είναι μια πρόσθετη εξήγηση του «αισχύλειου παραδόξου», του ότι δηλαδή ο έπαινος του ποιητή περιορίζεται στα πολεμικά του κατορθώματά με ταυτόχρονη αποσιώπηση του έργου του ως κορυφαίου δραματουργού.

Είδαμε παραπάνω ότι το ποίημα του Καβάφη «Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ.» προβάλλει απλώς τον παράδοξο χαρακτήρα του επιγράμματος χωρίς ωστόσο να υπαινίσσεται κάποια ερμηνευτική
Μιλτιάδης Μαλακάσης
προσέγγισή του[13]. Ό,τι δε βρίσκουμε, όμως, στον Καβάφη παρά την ad hoc αναφορά του στο αισχύλειο επίγραμμα το βρίσκουμε  στο Μιλτιάδη Μαλακάση και συγκεκριμένα στο ποίημά του «Ο Τάκη-Πλούμας», το οποίο, βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με την αρχαιότητα και πολύ περισσότερο με το θέμα που μας απασχολεί. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει σε αυτό το ποίημα κάτι που μας ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση: το ότι το νοηματικό περιεχόμενό του οργανώνεται επίσης γύρω από τη διπολικότητα ζωή-θάνατος. Ο ομώνυμος ήρωας του ποιήματος, ένας Μεσολογγίτης, εξάδελφος του Μαλακάση, προβάλλεται  ως η ενσάρκωση του κάλλους και της λεβεντιάς («Πρώτος στην ομορφιά και στην ορμή»). Ο ποιητής τον ξαναφέρνει νοσταλγικά στη μνήμη του τονίζοντας εμφατικά τα συναισθήματα του θαυμασμού  και της λατρείας που έτρεφε γι’ αυτόν και προσθέτοντας τελικά με πόνο ψυχής ότι το ίνδαλμα εκείνο της νεανικής του ηλικίας έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια. 

Βέβαια, στο ποίημα η αντίθεση μεταξύ της ζωής και του θανάτου εκφράζεται κατά τρόπο ανισομερή. Από τους  36 στίχους  που το αποτελούν  οι 34 πρώτοι ξεχειλίζουν από την πληθωρική εξύμνηση της ομορφιάς και της ορμής του ήρωα, ενώ μόλις οι δύο τελευταίοι μάς πληροφορούν ότι εδώ και τρεισήμισι περίπου δεκαετίες ο Τάκη-Πλούμας είναι νεκρός. Ωστόσο, η ποσοτική ανισομέρεια της αναφοράς αντισταθμίζεται πλήρως από τη νοηματική βαρύτητα και υποβλητικότητα των δύο τελευταίων στίχων, που το περιεχόμενό τους μας αιφνιδιάζει, καθώς παρουσιάζει κατά τρόπο δραματικό μια διαμετρική διαφοροποίηση σε σχέση με όσα είχαν προηγηθεί. Ας δούμε την τελευταία στροφή του ποιήματος:

«Ω το λεβέντη του Μεσολογγιού μας, 
Τον ήλιο της αυγούλας μου ζωής! 

Και να μετρώ και νάναι ο Τάκη - Πλούμας 
Τριάντα τρία χρόνια μες στη γης...».

Το ποίημα και το επίγραμμα ανήκουν σε διαφορετικές εποχές, έχουν δεχτεί διαφορετικούς ιστορικούς καθορισμούς, υπάγονται σε διαφορετικά γραμματειακά είδη και προέρχονται από δημιουργούς με σημαντικές ατομικές διαφορές. Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι σε ένα  επιτύμβιο επίγραμμα ο θάνατος αποτελεί δεδομένη θεματική αφετηρία, ενώ στο ποίημα του Μαλακάση εμφανίζεται την τελευταία στιγμή και μάλιστα κατά τρόπο απότομο και απροσδόκητο. Παρ’ όλα αυτά, το ποίημα παρουσιάζει κάποιες μακρινές αλλά ουσιαστικές αναλογίες με το επίγραμμα του Αισχύλου: α) και στις δύο περιπτώσεις  η δύναμη και η λάμψη της ζωής περιγράφονται σε τόνο δοξαστικό και β) και στις δύο περιπτώσεις είναι παρούσα η θλιβερή διαπίστωση ότι τον τελευταίο λόγο τον έχει ο θάνατος, δηλαδή η  φθορά και η οντολογική ανυπαρξία.  

 Ωστόσο –και εδώ κλείνουμε την παρένθεση--  αν στο ποίημα του Μαλακάση η μελαγχολική καταγραφή μοιάζει να υπερακοντίζει  τελικά τις λαμπρές αναμνήσεις του ποιητή, στο επίγραμμα του Αισχύλου η τελική διαπίστωση, παρά τις αρχικές εντυπώσεις,  φαίνεται  λιγότερο απαισιόδοξη. Μπορεί, όπως είδαμε, ο «καταφθίμενος» ήρωας των περσικών πολέμων να επιβεβαιώνει την παντοδυναμία του θανάτου, μια προσεκτικότερη, όμως, μελέτη των δύο τελευταίων στίχων του επιγράμματος μάς πείθει πως η ανάμνηση του ηρωισμού δεν υπόκειται στην ολοσχερή εκμηδένιση. Αν από μια συγκεκριμένη άποψη η «ευδόκιμος αλκή» του Μαραθωνομάχου μοιάζει με λάφυρο που κοσμεί το θρίαμβο του θανάτου, από μια διαφορετική άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί παράγοντας που περιορίζει το μέγεθος του θριάμβου και αμφισβητεί την παντοδυναμία του νικητή. Πραγματικά, εκείνο το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», έτσι όπως ξεπροβάλλει ορμητικά μετά τις μακάβριες υποδηλώσεις των δύο αρχικών στίχων, φαντάζει σαν έκρηξη που τινάζει στον αέρα την ταφόπλακα, μας μεταφέρει αστραπιαία στο μακρινό «Μαραθώνιον άλσος» και από εκεί μας εξακοντίζει ως τα πέρατα του τότε 

γνωστού κόσμου – ως την Περσία, όπου ο «βαθυχαιτήεις Μήδος» πρέπει να μετρούσε για πολύ καιρό τις πληγές του. Με άλλα λόγια, μπορεί ο θάνατος του Αισχύλου να είναι αναπόφευκτος και οντολογικά εξουθενωτικός, παρ’ όλα αυτά ο νεκρός ήρωας του Μαραθώνα, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, δεν οδηγείται σε απόλυτη και ολοσχερή εξαφάνιση. Αυτό συμβαίνει, γιατί η «ευδόκιμος αλκή» του είναι κάτι περισσότερο από μια έκφραση αντιπροσωπευτική της ζωής ως απλής βιολογικής λειτουργίας. Είναι, ταυτόχρονα, ένας συμβολισμός της ένδοξης, της καταξιωμένης ζωής.

Προεκτείνοντας, λοιπόν, το νοηματικό περιεχόμενο του αισχύλειου επιγράμματος και επιχειρώντας μια φιλοσοφική αναδιατύπωση της προέκτασης αυτής, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στα εξής: αν ο θάνατος είναι ικανός να συρρικνώσει το «είναι», δηλαδή να οδηγήσει σε «λιγότερο είναι», δεν έχει ωστόσο τη δυνατότητα να επιβάλει ένα συμπαγές «μη είναι». Ο θάνατος μπορεί να εξαφανίσει κάτι που υπάρχει, δεν είναι όμως σε θέση να κάνει, ώστε αυτό το εξαφανισμένο «κάτι» να μην έχει υπάρξει ποτέ. Με το θάνατο, τα «γενόμενα» εξανεμίζονται και χάνονται, αλλά δεν «απογίγνονται». Πεθαίνοντας, ο άνθρωπος είναι σαν να μην έχει ζήσει, αυτό, όμως, δε σημαίνει καθόλου ότι στ’ αλήθεια δεν έχει ζήσει – εκείνο το «σαν να μην» κάνει όλη τη διαφορά! Μια ζωή ζυμωμένη με νοήματα και σημασίες, μια ζωή αφιερωμένη στη σύλληψη και την πραγμάτωση αξιών, μια ζωή ταγμένη στη δημιουργία και την προσφορά –μια γεμάτη ζωή-- μπορεί να διαρκεί ελάχιστα σε σύγκριση με την απεραντοσύνη του χρόνου, τελειώνοντας, όμως, είναι κάτι το δεδομένο και το αμετάκλητο, κάτι που αντιστέκεται στο χρόνο και δεν επιδέχεται περαιτέρω αλλαγή. Οπότε μια τέτοια ζωή παύει, πλέον, να είναι μια απλή «στιγμή στην αιωνιότητα» και γίνεται μάλλον μια «αιώνια στιγμή»[14]. -- Με το επιτύμβιο επίγραμμά του ο Αισχύλος είναι σαν να προεξαγγέλλει και να επικυρώνει  το περιεχόμενο των αθάνατων στίχων του Ορατίου: «Δε θα πεθάνω ολόκληρος, αλλά ένα μεγάλο μέρος του εαυτού μου θα αποφύγει το θάνατο και θα μεγαλώνω διαρκώς, ανανεωμένος πάντοτε από τον έπαινο των μεταγενεστέρων»[15].
                                                                        
*** Σημ. Φιλίστωρος: Το μονοτονικό στα Αρχαία επιγράμματα οφείλεται αποκλειστικά σε δικές μας τεχνικές δυσκολίες. Η αρχική επιλογή του κ. Κατσιμάνη ήταν ο τονισμός όπως στο πρωτότυπο.
_____________
[1] Για παράδειγμα, Werner JaegerPaideiaDie Formung des griechischenMenschen, ελλ. μτφρ. Γεωργίου Π. Βερροίου, Παιδεία. Η μόρφωσις του Έλληνος  ανθρώπου, Αθήναι, 19684, τόμ. 1, σελ. 276. The Oxford ClassicalDictionary, 19963,, στο λήμμα AeschylusAlbin LeskyDie tragische Dichtundder Hellenen, ελλ. μτφρ. Νίκου Χουρμουζιάδη, Η τραγική ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τόμ. Α’, Αθήνα, 19902σελ. 119. Jacqueline de Romilly, Précis de Littérature Grecque, ελλμτφρΘ. Χριστοπούλου-Μικρογιαννάκη, Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1988, σελ. 84.  
[2] Ο Καβάφης δεν είναι ο μόνος ούτε ο πρώτος που είχε σταθεί στο περιεχόμενο του επιγράμματος. Πριν από αυτόν, ο Théodore Banville, ένας από τους εκπροσώπους του γαλλικού παρνασσισμού, θα κάνει μνεία του θέματος στο θεατρικό του έργο Socrate et sa femme (1886). Βλ. Φάνη Κωστόπουλου,Το επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου (Από τον Καβάφη στον Banville),«Φιλολογική», Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2013, σσ. 78-80.
[3] Ως συντάκτης του επιγράμματος παραδίδεται ο ίδιος ο Αισχύλος, ορισμένοι όμως υποστηρίζουν ότι αυτό γράφτηκε αρκετά ή πολύ μετά το θάνατό του. Σε κάθε περίπτωση, το επίγραμμα θεωρείται ότι εκφράζει αυθεντικά την επιθυμία και τις επιλογές του Μαραθωνομάχου ποιητή. Βλ. σχετικές αναφορές παραπάνω, στην πρώτη υποσημείωση.
[4] Μια παραστατική απεικόνιση των νέων της Σιδώνος και του ιστορικού κλίματος του 400 μ.Χ. βρίσκουμε στο άρθρο της Καίτης Βασιλάκου «Κ. Καβάφη, ‘Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ’. Τι θέλει να πει ο ποιητής;»
[5] Βλ. για παράδειγμα, Αγαμέμνων, στ. 176-180: «Τον φρονείν βροτούς οδώ-/ σαντα, τον πάθει μάθος / θέντα κυρίως έχειν./ Στάζει ανθ’΄υπνου προ καρδίας/μνησιπήμων πόνος και παρ’ά-/ κοντας ήλθε σωφρονείν».
[6] Ευμενίδες, 696-699. Αργότερα ο Περικλής, στον Επιτάφιό του, θα επιχειρήσει πιθανώς  να απαντήσει και μάλιστα σε απολογητικό τόνο σε αυτόν τον υπαινιγμό του Αισχύλου, αντικαθιστώντας το «δεινόν» του ποιητή με το «δέος»: «ανεπαχθώς δε τα ίδια προσομιλούντες τα δημόσια δια δέος μάλιστα ου παρανομούμεν των τε αιεί εν αρχή όντων ακροάσει και των νόμων, και μάλιστα αυτών όσοι τε επ’ ωφελία των αδικουμένων κείνται και όσοι άγραφοι όντες αισχύνην ομολογουμένην φέρουσιν», Θουκ. ΙΙ, 37, 1-6. Βλ. Max Pohlenz,Griechische Freiheit (γαλλ. μτφρ.), Paris, 1956, σσ. 45, 65, 73-74 και Κυριάκου Κατσιμάνη,  Πρακτική φιλοσοφία και πολιτικό ήθος του Σωκράτη, Επικαιρότητα, Αθήνα 1981, σσ. 57-59.
[7] Ο WJaeger (όπ. παρ., σελ. 277), θεωρεί την πόλη ιδεώδη χώρο για τη διδασκαλία των δραμάτων του Αισχύλου και προς επίρρωση της άποψής του αυτής επικαλείται τη φράση του Αριστοτέλη «οι μεν γαρ αρχαίοι πολιτικώς εποίουν λέγοντες, οι δε νυν ρητορικώς», Ποιητική, 1450, b 7.
[8] Για το φιλοσοφικό αυτό θέμα βλ. μεταξύ άλλων: Κυριάκου Κατσιμάνη, Μελέτη θανάτου σε πρόσωπο πρώτο ενικό, Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμ. ΜΑ΄ 2009-2010, σσ. 292-325.   
[9] Scholia in Prometheum vinctum, 11, 4-7
[10] Ζ 144
[11] Αγαμέμνων, 1327-1328. Άλλοι εκδότες υιοθετούν τη γραφή «σκιά (δοτ.) τις αν πρέψειεν»οπότε η μετάφραση θα ήταν: «θα μπορούσε να την (ενν. την ανθρώπινη κατάσταση) παρομοιάσει κανείς με σκιά (ή με σχεδίασμα)».
[12] Στάθη Δρομάζου, Αρχαίο Δράμα, Κέδρος, Αθήνα, 19843, σελ. 49.
[13] Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κανείς  ότι από την άποψη της ερμηνευτικής προσέγγισης το συγκεκριμένο ποίημα λειτουργεί μάλλον αποπροσανατολιστικά.
[14] Βλ. σχετικά τις αναλύσεις του VlJankélévitch στο έργο του La mort,  Flammarion, Paris, 1966, σσ. 414-416,
[15] Ελεύθερη απόδοση. Oι στίχοι από τα Carmina: «Non omnis moriar multaque pars mei / vitabit Libitinam; usque  ego  postera / crescam laude recens» (3, 30, 6-8).
______________