~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
* από το 1988 * Είκοσι και εννέα (29) xρόνια στο χώρο των εκδόσεων * στηρίζουμε τους δημιουργούς... και είμαστε δίπλα στους ανα-Γνώστες με αγάπη και σεβασμό στο βιβλίο.............. τηλ. επικοινωνίας: 210-8656.731 & email: yfosmagazine@gmail.com
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~

 my-tips-collection

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΪΒΑΛΗ {από το 1988]

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΪΒΑΛΗ {από το 1988]
για επικοινωνία στα τηλ.: 22940 99125 & 210 8656.731 [καθημερινά 9.00 π.μ. με 9.00 μ.μ.] email:panosaivalis@gmail.com

Κάνουμε τις αγορές μας από τα καταστήματα της γειτονιάς μας

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: "Πάσχα Ρωμέϊκο"

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)
Ὁ μπάρμπα-Πύπης, γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου τοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἑνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐσυνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ’ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ’ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ’ ἐπικληνὴς πρὸς τὸ οὕς, ὅλα παρ’ αὐτῶ ἐμειδίων.
Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ• ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἥν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἐφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδιν, μὰ δότο, δοτίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιορπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράϊλαν, διὰ τὸν τίτλον ὅν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται οἱ Ἄγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!), τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι’ ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ’ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε πότε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκτεσι, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴ τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ἃ κομπασσιόν» -ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπησι. Ἐνίοτε πάλι ἐμαλάττετο κ’ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ’ ἡ γῆς ἀναμάρτητος -ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκάμπιλε.» Καὶ ὕστερον, ἀφ’ οὗ ἡ γῆ δὲν εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν’ ἀναγνωρίσει τὴν διαφοράν.
Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἅς εἴξευρεν τὰς εἴξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του εἴξευρε ρωμέϊκα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις» Ὅταν μὲ ἐρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
Ἕν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν’ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν’ ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου…
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνη τὶς εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν’ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κ’ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
Ἀλλ’ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβὴς καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνη κατ’ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν’ ἀκούη τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν’ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιὰ διὰ ν’ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός!
Ὁ μπάρμπα-Πύπης, Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός. Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α’ «εἶχε μεταλάβει ρωμέϊκα» ὅταν ἐκινδύνευσε ν’ ἀποθάνη, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς, τοῦ ἔλεγε τίς: «Διατὶ δὲν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήση τις τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ποντίφηκος• τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἰδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανὴς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ, κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὐρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὄτε κατέβαινεν εἰς Πειραιὰ πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χείρα τὴ λαμπάδα του, ἢν ἔμελλε ν’ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ’ ὀλίγον ν’ ἀναπαυθῆ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ’ ἐκεῖ ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ἐπέστρωσε τὸ εἰς πολλᾶς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σιγαροθήκην του, ἤναψεν σιγαρέττον κ’ ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.
Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῇ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ’ ἀνέτελλε μετ’ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρὸν τί ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χείρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ’ ἔκραξεν ἐναγωνίως.
-Φίλος! Καλός! μὴ ρίχνεις…
Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερεν τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν οὐδὲ καταβίβασε τὴν σκανδάλην.
-Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
-Τί θέλω; ἐπανέναβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι νὰ φουμάρο τὸ τσιγάρο μου.
-Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρης, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπο, ρέ, νὰ φουμάρης τὸ τσιγάρο σου!
-Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Τί σας ἔβλαψα;
-Δὲν ξέρω ‘γω ἀπ’ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης• ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι’ ἄλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῶ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
-Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν• ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι• ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν’ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
-Στὸν Πειραιά; στὸν Ἀϊ-Σπυρίδωνα; κι’ ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
-Ἀπ’ τὴν Ἀθήνα.
-Ἀπ’ τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίαις, ν’ ἀκούσης Ἀνάσταση;
-Ἔχει ἐκκλησίαις, μὰ ἐγὼ τώχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Πύπης.
Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἴτα ἐπανέλαβε.
-Νὰ φχαριστᾶς, καϋμένε…
Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
-Νὰ φχαριστᾶς καϋμένε, τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τώχα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀπέλθη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώση τελευταίαν ἀπάντησιν.
-Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νἆσαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ’ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μ’ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε.., δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνεις γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κ’ ἐπήγαινα, σοῦ λέω στὸν Πειραιά.
-Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…
Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολιοῦ, κ’ ἔγινεν ἄφαντος.
Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ’ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνει πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.
Ἀπό το περιοδ. «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», ἔτος Β’ τόμος Τρίτος, τεῦχος 29

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Η αξία του να αφιερώνουμε χρόνο στα παιδιά μας.

   Περί Ψυχολογίας   




Τα παιδιά μας είναι μόνο μια φορά μικρά. Μπορεί να είναι πάντα για εμάς 'παιδιά', όμως μικρά παιδιά είναι στην πραγματικότητα μόνο μια φορά. Και τότε διαμορφώνουν χαρακτήρα, προσωπικότητα, συνειδήσεις. Και τότε είμαστε απαραίτητοι παιδαγωγοί και συνοδοιπόροι στη ζωή τους. Η φυσική παρουσία ενός γονιού δεν μπορεί να αντικατασταθεί με κανένα υποκατάστατο. Ούτε τα δώρα, ούτε τα παιχνίδια, ούτε τα λεφτά.. Ούτε οι καλύτεροι δάσκαλοι, ούτε τα πιο ωραία ταξίδια.. Τα παιδιά χρειάζονται τους γονείς ως φυσική παρουσία, το λόγο τους, το σώμα τους, τη μορφή τους. Χρειάζονται την αγκαλιά, μια καλή κουβέντα ή απλώς να είμαστε εκεί να κοιτάμε που θα παίζουν με τους φίλους τους. Και αργότερα να είμαστε εκεί όταν γυρνάνε από το σχολείο να μας πουν πως πέρασαν, να φάμε όλοι μαζί, να πάμε μια βόλτα.. Και αργότερα να είμαστε εκεί όταν γυρνάνε από την βόλτα, από το φροντιστήριο, από ένα πάρτυ. Μας θέλουν δίπλα τους σαν στήριγμα, να ΄βάζουμε πλάτη' στα ξεκινήματα τους.
Προφανώς όσο μεγαλύτερα γίνονται μας χρειάζονται λιγότερο, ίσως κάποια στιγμή να μην μας θέλουν καν- και αυτό φυσιολογικό είναι. Θα έρθει όμως με την ώρα του. Θα έρθει όταν πραγματικά θα θέλουν να μείνουν μόνα τους. Να σταθούν στα δικά τους πόδια, στις δικές τους δυνάμεις. Και τότε εμείς οι γονείς, σιγά σιγά πρέπει να τους δώσουμε το χώρο να δράσουν όπως τα ίδια επιθυμούν, όπως νομίζουν, περιορίζοντας τον ρόλο μας σε αυτόν του έμπιστου συμβουλάτορα..
Μέχρι τότε όμως ας δηλώσουμε παρόντες. Στις μικρές και τις μεγάλες στιγμές τους, στα εύκολα και στα δύσκολα, στις χαρές και τις λύπες.
Θυμηθείτε: Μόνο μια φορά, δεύτερη ζωή δεν έχει..


____________________________
­

* Ο Γιάννης Ξηντάρας είναι Ψυχολόγος - Οικογενειακός Σύμβουλος, τ.συνεργ. στο Νοσοκομείο Παίδων “Αγία Σοφία”, μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Εφηβικής Ιατρικής και του Ευρωπαϊκού Συλλόγου Ψυχοθεραπείας. Απόφοιτος Ε.Κ.Π.Α, επιστημονικός υπεύθυνος στο Κέντρο Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης “Επαφή”. www.paidi-efivos.gr

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Ψυχολογία και Χειραγώγηση της Μάζας...

ΠΕΡΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

Ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, πατέρας της ψυχολογίας, στο βιβλίο του η ψυχολογία των μαζών και η ανάλυση του εγώ, αναλύει τα βασικά χαρακτηριστικά της ψυχολογίας των κοινωνιών αναφέροντας πως οι μάζες διακατέχονται από τα αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπου τα οποία ως επί το πλείστον είναι βίαια, επιθετικά και σεξουαλικά. Αυτές οι δυνάμεις μπορεί να οδηγήσουν τις κοινωνίες στο χάος. Ακόμη ισχυριζόταν ότι οι μάζες είναι χειραγωγήσιμες, είναι εύπλαστες κι ότι μπορείς να αγγίξεις τις επιθυμίες και τους φόβους τους και να τους χρησιμοποιήσεις προς όφελός σου.
Έπειτα από αυτές τις παρατηρήσεις του Φρόιντ αναπτύχθηκαν πολλές θεωρίες και μέθοδοι για την χειραγώγηση της ψυχολογίας των μαζών και των έλεγχο των κοινωνιών.

Ο Ζίγκμουντ Φρόιντ γεννήθηκε το 1856 στο Φράιμπεργκ της Μοραβίας – σημερινό Πρζίμπορ της Τσεχίας. Σπούδασε ιατρική στη Βιέννη, ειδικεύτηκε στη νευρολογία και ασχολήθηκε με τη μελέτη της υστερίας. Θεμελιωτής της ψυχανάλυσης, έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές του 20ού αιώνα. Στα τέλη του 1885 ο Φρόιντ έφυγε από τη Βιέννη, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στη νευροπαθολογία στο νοσοκομείο Σαλπετριέρ στο Παρίσι. Επέστρεψε στη Βιέννη το 1886 και παντρεύτηκε τη Μάρτα Μπέρναϊς. Το ζευγάρι απέκτησε έξι παιδιά. Ανάμεσά τους η Άννα Φρόιντ, η οποία όπως και ο πατέρας της διέπρεψε στον τομέα της ψυχανάλυσης.
Στα σημαντικότερα έργα του Φρόιντ περιλαμβάνονται: Μελέτες για την υστερία (1895), Η ερμηνευτική των ονείρων (εκδόθηκε το 1899 αλλά με χρονολογία 1900 για να τονιστεί ο κοσμοϊστορικός χαρακτήρας του έργου), Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής (1904), Τρεις συμβολές στη σεξουαλική θεωρία (1905), Τοτέμ και ταμπού (1913), Πέραν της αρχής της ηδονής (1920), Το μέλλον μιας αυταπάτης (1927).

Μπερνέζ, ο πατέρας των Δημοσίων σχέσεων.
Κύριος εκφραστής των θεωριών αυτών ήταν ο μαθητής και ανιψιός του Φρόιντ, Έντουαρντ Μπερνέζ, ο οποίος θεωρείται και ο πατέρας των «Δημοσίων Σχέσεων» και ο άνθρωπος που έπλασε την κοινωνία της κατανάλωσης.
Ο Μπερνέζ, δίδαξε πρώτος πώς η σύνδεση των προϊόντων μαζικής παραγωγής με ασυνείδητες επιθυμίες, πείθει τον κόσμο να αγοράζει πράγματα που δεν χρειάζεται. Προέκυψε έτσι μια νέα πολιτική ιδέα για τον έλεγχο της μάζας η οποία υποστήριζε ότι όταν ικανοποιούνται οι ασυνείδητες επιθυμίες του κόσμου, τότε αυτός γίνεται «ευτυχισμένος» και πειθήνιος. Τότε ακριβώς ξεκίνησε η εποχή του καταναλωτισμού η οποία κυριαρχεί έως σήμερα στον δυτικό κυρίως κόσμο, επηρεάζοντας σταθερά τους φόβους και τις επιθυμίες.

Χειραγώγηση του φόβου και των επιθυμιών
Οι άνθρωποι ήθελαν πια να αποκτήσουν –ή έστω να κατασκευάσουν ή να δανειστούν – έναν εαυτό, ανεξάρτητο και διαφορετικό απ’ όλους τους άλλους -κι αυτή ακριβώς την εικόνα άρχισε να τους πουλάει η διαφήμιση.Η παλιότερη ιδέα περί της αξίας του ατόμου, που είχε εισαχθεί με τον Διαφωτισμό, συμπληρώθηκε με τη νέα ιδέα πως το άτομο είναι οι επιθυμίες του, και πήρε την αξία θρησκείας στις σύγχρονες κοινωνίες.Χάρη στις μελετημένες εκστρατείες του Μπερνέζ, οι τεχνικές της διαφήμισης έγιναν το μαγικό ραβδί που μας κρατάει μονίμως σε μια μαζική (και μαγική) αυταρέσκεια.
Καθώς η κοινωνία απέρριπτε την προπαγάνδα μετά τον πόλεμο, ο Μπερνέζ επινόησε ένα πιο ελκυστικό όνομα για την κοινωνική εκδοχή της: «Δημόσιες Σχέσεις». Άρχισε να μελετά επισταμένα τα έργα του θείου του. Σύντομα ανακάλυψε ότι δεν χειραγωγεί η πληροφορία τα πλήθη, άποψη που επικρατούσε έως τότε, αλλά το ασυνείδητο. Ξεκίνησε να πειραματίζεται με το μυαλό της λαϊκής κυρίως τάξης και να μελετά τα συναισθήματά της. Έδειξε το μεγάλο του ταλέντο στη χειραγώγηση των ασυνείδητων επιθυμιών όταν εταιρίες τσιγάρων του ζήτησαν να διερευνήσει τρόπους να αυξήσουν την πελατεία τους και να πείσει και τις γυναίκες να καπνίσουν, θέαμα που έως τότε θεωρούνταν ταμπού.

Οι δάδες της ελευθερίας
Την εποχή εκείνη οι γυναίκες δεν κάπνιζαν δημόσια, πράγμα που περιόριζε στο μισό τους πιθανούς αγοραστές. Ο Μπερνέζ είχε την ιδέα να υποβληθεί ένα δείγμα γυναικών σε ψυχανάλυση, ώστε να φανεί τι πραγματικά σημαίνει το προϊόν γι αυτές. Το συμπέρασμα ήταν πως σε βαθύτερο επίπεδο οι γυναίκες συνέδεαν το κάπνισμα με την ανδρική σεξουαλική εξουσία και την χειραφέτηση. Έτσι οργανώθηκε η ανάλογη διαφημιστική καμπάνια, με μηνύματα που συνέδεαν εντέχνως το κάπνισμα με την ανεξαρτησία. Με την πρόθυμη συνεργασία των φεμινιστριών, που στη διάρκεια μιας παρέλασης οργάνωσαν την πρώτη δημόσια εμφάνιση γυναικών που κάπνιζαν αυτό που οι ίδιες ονόμαζαν «δάδες της ελευθερίας» (torches of freedom), ο παρθένος στην διαφήμιση πληθυσμός υπέκυψε στο δέλεαρ κι έτσι έκτοτε όλες οι γυναίκες του πλανήτη απέκτησαν το δικαίωμα στην «εσωτερική» παρόρμηση να καπνίσουν.
Αυτή ήταν ίσως η πρώτη φορά που η ανάγκη για χειραφέτηση χρησιμοποιούνταν τόσο ξεκάθαρα για χάρη ευτελών (δηλαδή αμιγώς οικονομικών) μηχανισμών χειραγώγησης.

Γιατί ο κόσμος αγοράζει πράγματα που δεν χρειάζεται
Μετά τον πόλεμο, οι εταιρίες μαζικής παραγωγής αντιμετώπισαν το φόβο του πλεονάσματος κι ήταν αναγκαίο να πείσουν τον κόσμο πως έπρεπε να αγοράσει αυτά τα προϊόντα, έπρεπε ο κόσμος να εκπαιδευτεί ώστε να επιθυμεί νέα πράγματα προτού καν χαλάσουν τα παλιά. Έπρεπε με λίγα λόγια να δημιουργηθεί μια νέα νοοτροπία: οι επιθυμίες όφειλαν να ξεπερνούν τις ανάγκες, σημασία είχε να αγοράζει η μάζα προϊόντα που δεν χρειάζεται αλλά που επιθυμεί. Ο Μπερνέζ, ανέπτυξε διάφορες τεχνικές ώθησης προς τη μαζική κατανάλωση τη δεκαετία του 1920 οι οποίες εφαρμόζονται έως σήμερα. Συνέδεσε τα προϊόντα με αστέρες του κινηματογράφου, έπεισε τις αυτοκινητοβιομηχανίες να προωθήσουν τα αυτοκίνητά τους ως σύμβολα αρρενωπότητας, ξεκίνησε το «product placement» στις ταινίες.
Το κύμα καταναλωτισμού που ακολούθησε οδήγησε με τη σειρά του στην έκρηξη του χρηματιστηρίου καθώς και εδώ ενεπλάκη ο Μπερνέζ:δημιούργησε και στήριξε την αντίληψη ότι και η εργατική τάξη μπορούσε να αγοράσει μετοχές δανειζόμενη από τις τράπεζες τις οποίες ο ίδιος εκπροσωπούσε.

Η μάζα πρέπει να κατευθύνεται στην κατανάλωση
Ο Μπερνέζ επίσης υποστήριζε πως ο πιο ασφαλής τρόπος για να προστατευτεί η δημοκρατία είναι να αποσπάται η προσοχή της μάζας από επικίνδυνες πολιτικές ιδέες και έντεχνα να κατευθύνεται μόνο προς την κατανάλωση. Ως μόνη εξαίρεση πρότεινε τον τεχνητά και διαρκώς υποδαυλιζόμενο φόβο και απέχθεια προς «τους κομμουνιστές» (με δυο λόγια, η θεωρία του ήταν: «ο ασυνείδητος φόβος φυλάει τα έρμα …»). Ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ τελικά υιοθέτησε την άποψη του και οι αμερικανοί άρχισαν έκτοτε μαζικά να φοβούνται και να καταναλώνουν. Το ίδιο ακριβώς καλλιεργήθηκε σε Αμερική και Ευρώπη και μετά την 11η Σεπτεμβρίου: υπεραπλουστευτικές ερμηνείες περί «καλού και κακού» και μαζική κατανάλωση ήταν και εδώ το κυρίαρχο μοτίβο -ελάχιστα βασισμένο στην αλήθεια, αλλά πολύ ανακουφιστικό για τις μάζες.

Δεν κυβερνά ο λαός αλλά οι επιθυμίες του
Η κόρη του Μπερνέζ, Αν Μπερνέζ αναφέρει σχετικά: «Ο πατέρας μου χειραγώγησε τον κόσμο κάνοντας τον να πιστεύει ότι δεν θα είχε πραγματική δημοκρατία χωρίς καπιταλισμό και ελεύθερη αγορά […]
Υπαινίσσονταν ότι δημοκρατία και καπιταλισμός ήταν ενωμένα. Είναι όμως μια μορφή δημοκρατίας που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως παθητικούς καταναλωτές κι όχι ως ενεργούς πολίτες». Και συμπληρώνει: «Δεν προστάζει πλέον ο λαός αλλά οι επιθυμίες του. Ο λαός δε συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων κι έτσι η δημοκρατία περιορίζεται από την ενεργό συμμετοχή στην παθητική κατανάλωση που κατευθύνεται από ένστικτα και ασυνείδητες επιθυμίες.
Κι όποιος έχει πρόσβαση σε αυτές τις επιθυμίες, θα κάνει το λαό ό,τι θέλει».
Επινοήθηκαν στη συνέχεια τεχνικές από ψυχαναλυτές για να εισχωρήσουν στο μυαλό και στον μυστικό εαυτό των καταναλωτών.Προϊόντα συνδέθηκαν με επιθυμίες και το μάρκετινγκ εταιριών βασίστηκε σε ψυχολογικές έρευνες. Η Άννα Φρόιντ υποστήριζε ότι το περιβάλλον ενισχύει την προσωπικότητα και πως τα προϊόντα ικανοποιούν επιθυμίες και δίνουν μια κοινή ταυτότητα. Δόθηκε από την κυβέρνηση βάρος στην προώθηση μιας στρατηγικής για τη δημιουργία μιας σταθερής κοινωνίας.Ο επικεφαλής ψυχαναλυτής αυτής της στρατηγικής αναφέρει: «το άτομο καθησυχάζει τις ανησυχίες του ξοδεύοντας.»

Συνδυάζοντας ένα προϊόν με τους φόβους 
και τις επιθυμίες του καταναλωτή
Αν μπορέσεις να κωδικοποιήσεις την παρουσίαση ενός αντικειμένου με τρόπο που να αγγίζει τις βαθύτερες επιθυμίες, αλλά και να εκμεταλλεύεται -εξορκίζοντάς τους- τους βαθύτερους φόβους του καταναλωτή, τότε μέσα του το προϊόν συνδέεται μια και καλή με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας και της σιγουριάς. Με μικρές καθημερινές αναμνηστικές δόσεις (έχετε αναρωτηθεί γιατί οι διαφημίσεις επαναλαμβάνονται τόσο υπερβολικά πολλές φορές;) η σύνδεση αυτή ισχυροποιείται και παραμένει.
Ο ίδιος ο Μπερνέζ άλλωστε πίστευε πως όταν κάτι επαναλαμβάνεται συνεχώς στα μαζικά κοινωνικά στρώματα, τότε ακόμη και αν το επαναλαμβανόμενο είναι κάτι μη συμφέρων για την κοινωνία αυτή λειτουργώντας με τα ένστικτα της μάζας και επειδή το ακούει τόσες φορές, το οικειοποιείται οπότε δεν το θεωρεί πλέον τόσο κακό.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Bertolt Brecht: «Αυτοί που είναι εναντίον της πολιτικής είναι υπέρ της πολιτικής που τους επιβάλλεται»

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Μπέρτολτ Μπρέχτ σκηνοθέτης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας θεωρείται ο πατέρας του «επικού θεάτρου» στη Γερμανία. Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε το 1956 στο Βερολίνο.
Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Μονάχου και υπηρέτησε ως νοσοκόμος στο Α' Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά τον πόλεμο εγκατέλειψε τις σπουδές του, για να ασχοληθεί με τη συγγραφή και το θέατρο. Εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στο γερμανικό θέατρο Βερολίνου, το οποίο όμως εγκατέλειψε μετά την άνοδο του ναζισμού και αυτοεξορίστηκε στη Δανία, τη Φιλανδία και μετέπειτα στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, επέστρεψε στη Γερμανία.
Τα έργα του διακρίνονται από ένα αντιπολεμικό πνεύμα και μια διδακτική, ανθρωπιστική ματιά στη ζωή. Με επιρροές από το θέατρο της Κίνας απέκτησε σύντομα δυναμική προσωπική θεατρική ταυτότητα αλλά και μέσα από τη μελέτη πολιτικών θεωριών απέκτησε ισχυρή πολιτική φωνή, όπως φαίνεται και στη φράση του τίτλου του άρθρου.
Ως σκηνοθέτης προσπαθούσε να ωθήσει την υποκριτική σε μια οπτική που θέλει να κρατήσει το κοινό συναισθηματικά αμέτοχο από τα δεινά των χαρακτήρων του. Ήθελε το κοινό του σκεπτόμενο και με διάφορους τρόπους προσπαθούσε να του υπενθυμίσει ότι αυτό που παρακολουθούσε ήταν θέατρο και όχι πραγματική ζωή.
Από τα έργα του ξεχωρίζουν: «Η Μάνα κουράγιο και τα παιδιά της», «Η όπερα της πεντάρας», «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν», «Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο» (μτφ. Οδυσσέα Ελύτη) ,«Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο».
Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου σημαντική είναι και η ενασχόληση του με την ποίηση.
Ένα πλήρες βιογραφικό, την πλήρη εργογραφία του καθώς και πολλές άλλες πληροφορίες μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα    InternationalBrechtSociety   στη διεύθυνση:  brechtsociety.org

___________
http://www.vivlioparousiasi.gr/

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Οι απλές καθημερινές σχέσεις

  ΠΕΡΙ  ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ 
Γράφει ο Ψυχολόγος Γιάννης Ξηντάρας (*)

Οι απλές καθημερινές σχέσεις

Οι γονείς μας, τα παιδιά μας, οι φίλοι, οι οικογένεια…. όλα είναι σχέσεις! Στη δουλειά μας, στην γειτονιά, όπου και να βρεθούμε αλληλεπιδρούμε, συνδεόμαστε πολύ ή λίγο με άλλους ανθρώπους: όλα είναι σχέση.
Φυσικά και όλες οι σχέσεις δεν είναι εξίσου σημαντικές, ούτε έχουν την ίδια προτεραιότητα στην ζωή μας, όμως όλες οι σχέσεις μας αφορούν, μας απασχολούν και συχνά μας ταλαιπωρούν!
Παρεξηγήσεις, μικρές ή μεγάλες παρανοήσεις, ηθελημένα και μη ψέματα και λάθη, δυσκολεύουν τις επαφές μας , τις συζητήσεις μας, την συνεννόηση και τέλος, την σχέση μας με τους άλλους.
Ακόμη περισσότερο, αυτή την εποχή που είμαστε όλοι (λίγο ή πολύ) πιεσμένοι και αγχωμένοι με πράγματα, γίνονται ακόμη πιο δύσκολα, οι σχέσεις μας συχνά δοκιμάζονται και μαζί με αυτές και η υπομονή μας…
Δεν έχουμε χρόνο και τη θέληση (αλλά ούτε την υπομονή) να ακούσουμε τον άλλο, να ακούσουμε τι έχει να μας πει και πριν καλά καλά ολοκληρώσει εμείς «του λέμε τα δικά μας». Βιαζόμαστε να τελειώσουμε με αυτό που κάνουμε για να ξεκινήσουμε το επόμενο, προσπερνάμε τους γύρω μας διεκπαιρωτικά χωρίς να συνδεθούμε μαζί τους. Χρησιμοποιούμε την επαφή «για να γίνει η δουλειά»! Τίποτε άλλο, μόνο αυτό! Είτε πρόκειται για μια φραντζόλα ψωμί στο φούρνο, είτε για ένα πακέτο τσιγάρα στο περίπτερο, είτε για μια καλημέρα με τον γείτονα στην πυλωτή της πολυκατοικίας, κοιτάμε μόνο να κάνουμε την δουλειά μας, να πάμε παρακάτω προσπερνώντας τους ανθρώπους… την συνθήκη της στιγμής…
Φυσικά, το ίδιο γίνεται με τους άλλους και εμάς. Οι άλλοι προσπερνούν εμάς κοιτώντας και αυτοί την δουλειά τους και πάει λέγοντας….
Κι όμως μέσα σ’ αυτά τα καθημερινά στιγμιότυπα κρύβονται δεκάδες ευκαιρίες για καλημέρες, για χαμόγελα, για μια στιγμή χαλάρωσης, μια καλή κουβέντα, μια νότα αισιοδοξίας, εγγύτητας, καλοσύνης….
Οι σχέσεις, οι απλές, μικρές, καθημερινές σχέσεις έχουν δύναμη, κρύβουν πολύτιμα αρώματα, όμως θέλουν υπομονή και εμπιστοσύνη για να τα απελευθερώσουν, θέλουν και αυτές την προσοχή και την φροντίδα τους. Αν το καταφέρουμε, θα μας επιστραφεί η χαρά της απλής ζωής!!

~~~~~~~~~
_____
* Ο Γιάννης Ξηντάρας είναι Ψυχολόγος- Σύμβουλος γάμου, απόφοιτος Πανεπιστημίου Αθηνών και Strathclyde University. Mέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων και της Ελληνικής Προσωποκεντρικής και Βιωματικής Εταιρείας , επιστημονικός υπεύθυνος στο Κέντρο Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης “Επαφή”.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Ας ερχοσουν για λιγο - Δαναη Στρατηγοπουλου



Η ΔΑΝΑΗ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΟΓΙΟΥΛ. ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΤΡΑΪΦΟΡΟΥ ΧΑΡΙΖΟΥΝ ΣΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ...ΑΣ ΕΡΧΟΣΟΥΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΜΟΝΑΧΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ.........

Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που είμαι μόνος, μα τόσο μόνος
και που μαζί μου παίζουν κρυφτό
πότε η θλίψη και πότε ο πόνος

Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που με χτυπάει τ' άγριο τ' αγέρι
να 'ρθεις και μ' ένα φιλί καυτό
να με γεμίσεις με καλοκαίρι

Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως
το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια
να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο
κι ας χανόσουν μετά

Πού να 'σαι, να 'ρθεις το βράδυ αυτό
σ' αυτούς τους δρόμους που σ' αγαπούνε
το ντουετάκι τους το γνωστό
τα βήματά μας να ξαναπούνε

Πού να 'σαι να 'ρθεις το βράδυ αυτό
που 'γινε φύλλο ξερό η ελπίδα
να 'ρθεις κοντά μου να φυλαχτώ
από του πόνου την καταιγίδα

Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως
το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια
να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο
κι ας χανόσουν μετά.


Δανάη Στρατηγοπούλου [1913 – 2009], έμεινε στην ιστορία ως το «αηδόνι του Αττίκ»

Τραγουδίστρια, τραγουδοποιός, δημοσιογράφος, ποιήτρια, συγγραφέας, καθηγήτρια λαογραφίας και φωνητικής μουσικής, που έμεινε στην ιστορία ως το «αηδόνι του Αττίκ».


Η Δανάη Στρατηγοπούλου γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1913 (κατ' άλλους το 1911) στην Αθήνα και πέρασε τα παιδικά της χρόνια στη Γαλλία. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει οικονομικά και πολιτικές επιστήμες, αλλά το μεγάλο πάθος της ήταν η μουσική. Ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με το ελαφρό τραγούδι και σπούδασε ορθοφωνία και φωνητική μουσική.
Το 1935 άρχισε τη συνεργασία της με τον Αττίκ, όταν τον ακολούθησε ως δημοσιογράφος σε μία περιοδεία του στην Αίγυπτο. «Πήγα δημοσιογραφίσκη -κατά το παιδίσκη- και γύρισα επαγγελματίας τραγουδίστρια» είπε σε μια συνέντευξή της. Η συνεργασία Αττίκ - Δανάης άφησε εποχή. «Με κιθάρα να τα λέει η Δανάη και κάθε πέτρα να πονάει», έλεγε ο Αττίκ για το «αηδόνι» των τραγουδιών του.
Τραγούδησε όλους σχεδόν τους συνθέτες της εποχής, από τον Χαιρόπουλο μέχρι τον Γιαννίδη, αλλά ξεχώρισε ως ερμηνεύτρια του Αττίκ και με τη μοναδική βελούδινη φωνή της ταυτίστηκε με τις μεγάλες στιγμές του: «Ας ερχόσουν για λίγο», «Τ' οργανάκι», «Μαραμένα τα γιούλια», «Άδικα πήγαν τα νιάτα μου», «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά».
Την περίοδο της Κατοχής, ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση, που την οδήγησε στις φυλακές Αβέρωφ. Ενταγμένη στο ΕΑΜ, έκρυβε συναγωνιστές της, οργάνωνε συσσίτια, τραγουδούσε στα νοσοκομεία.
Έγραψε περισσότερα από 300 τραγούδια, πολλά σε στίχους δικούς της και πολλά βιβλία, ενώ ασχολήθηκε και με μεταφράσεις. Μεταξύ άλλων, μετέφρασε ελληνικά δημοτικά τραγούδια στα ισπανικά και ποιήματα στα ελληνικά του Πάμπλο Νερούδα.
Την περίοδο της δικτατορίας έζησε στη Χιλή, όπου διετέλεσε καθηγήτρια φωνητικής στο Ωδείο και καθηγήτρια της ελληνικής λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο. Γνώρισε προσωπικά και μετέφρασε στα ελληνικά το μείζον έργο του Πάμπλο Νερούδα «Κάντο Χενεράλ». «Έξι μήνες τον περίμενα να γυρίσει στη Χιλή. Ήταν πολύ γοητευτικός, σχεδόν ερωτικός!» έγραψε για τη γνωριμία της με τον νομπελίστα ποιητή.
Από τον γάμο της με τον Γιώργο Χαλκιαδάκη γεννήθηκε μία κόρη, η Λήδα Χαλκιαδάκη, η οποία με τον Σπύρο Βλασσόπουλο είχαν δημιουργήσει τη δεκαετία του '70 το συγκρότημα «Λήδα & Σπύρος». Η Δανάη Στρατηγοπούλου έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών στις 18 Ιανουαρίου 2009, σε ηλικία 96 ετών.

___________